Φθιώτιδες Θήβες

Οι Φθιώτιδες Θήβες ανήκαν στην αρχαία Αχαΐα Φθιώτις, μία από τις περίοικες πόλεις της αρχαίας Θεσσαλίας. Σε ό,τι αφορά τον προσδιορισμό της θέσης, ο Άγγλος περιηγητής W.Leake βασισμένος στη μαρτυρία του Στράβωνα, την εντόπισε στο λόφο Κάστρο, στο βόρειο άκρο του Κρόκιου πεδίου, στη σημερινή πεδιάδα του Αλμυρού κοντά στη σύγχρονη κοινότητα Ακέτσι. Το αρχικό τοπωνύμιο της πόλης ήταν Θήβαι οπού σταδιακά μετονομάστηκε σε Φθιώτιδες Θήβες για να ξεχωρίζει από τις Βοιωτικές Θήβες. Στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ παίρνει, προς τιμήν του Φιλίππου του Ε’, το όνομα Φιλιππούπολη ενώ η πρώιμη ονομασία της πόλης πιθανά να ήταν Φυλάκη. Η πόλη συνόρευε βόρεια με τις Φερές, βορειοανατολικά με τις Αμφανές, νότια με την Άλο, νοτιοδυτικά με το Πεύμα και δυτικά με την Ερέτρια και τη Φάρσαλο. Για την παρουσία της πόλης στους αρχαίους χρόνους μαθαίνουμε από αρχαίες πηγές και επιγραφές αρχαίων νομισμάτων του 4ου αιώνα π.Χ., όπου αναφέρουν για παράδειγμα τη λέξη «Θηβαίος» αλλά και «Θηβαίος ἐξ΄ Άχαΐας Φθιώτιδος», στους καταλόγους του Ψευδο-Σκύλακα οι Θήβαι συγκαταλέγονται στις πόλεις ως «Αχαιών πόλεις αίδε» και στο συμπληρωματικό κατάλογο ως « εισί δε και άλλαις πόλεις Αχαιών » αλλά και επιγραφικά ως «πόλις».


Η πρώτη οργανωμένη κατοίκηση σύμφωνα με τις έρευνες στη θέση Κάστρο, πραγματοποιείται στα τέλη της Νεότερης Νεολιθικής περιόδου στα μέσα, δηλαδή, της 4ης χιλιετίας π.Χ. . Το όνομα της πρώτης πόλης των γεωμετρικών χρόνων δεν μας είναι γνωστό καθώς το τοπωνύμιο Θήβαι αρχίζει να εμφανίζεται στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. , σε μια περίοδο που αναπτύσσεται έντονα κατά την οποία χτίζονται τα τείχη της πόλης και τα μνημειακά δημόσια κτίρια που σώζονται μέχρι σήμερα.


Ο συνδυασμός της θέσης της πόλης, δηλαδή κτισμένη σε λόφο γεγονός που εξασφάλιζε τις αμυντικές πρακτικές, μαζί με την οικονομική της άνθηση το 4ο αιώνα π.Χ, την ανέδειξε ως πρώτη πόλη της Αχαΐας Φθιώτιδας. Το 302 π.Χ κόβει δικό της νόμισμα, το οποίο απεικόνιζε τη μορφή του ήρωα του Τρωικού πολέμου Πρωτεσίλαου, βασιλιά της κοντινής θέσης Φυλάκη. Η οικονομία της πόλης βασιζόταν στην καλλιέργεια της γης και στην εκμετάλλευση του λιμανιού της στην Πύρασο, του οποίου τα κατάλοιπα γίνονται ορατά μέχρι και σήμερα. Το λιμάνι της Πυράσου αξιοποιήθηκε από τους Θεσσαλούς και τους Φεραίους ως μοναδικό λιμάνι της Θεσσαλίας τον 4ο αι. π.Χ αφού οι Παγασές είχαν γίνει εκείνη την εποχή λιμάνι των Μακεδόνων, το γεγονός αυτό ενόχλησε τους Μακεδόνες ,οι οποίοι το 217 π. Χ με το Φίλιππο τον Ε’ καταστρέφουν την πόλη και πουλούν τους κατοίκους της ως δούλους. Στις αρχές του 3ου αι. π. Χ ο Δημήτριος ο Πολιορκητής συνενώνει περιοχές του μυχού του Παγασητικού κόλπου και ιδρύει τη Δημητριάδα, η οποία εξελίσσεται σε σημαντικό διεθνές εμπορικό λιμάνι, το οποίο ανταγωνίζεται αυτό των Φθιώτιδων Θηβών. Το 2ο αι. π.Χ οι Μακεδόνες αναγκάζουν τους εμπόρους της Θεσσαλίας να στραφούν στο λιμάνι της Δημητριάδας αποκλειστικά, το οποίο, όπως αναφέρει και ο Λίβιος, γνωρίζει μεγάλη ακμή. Αυτό το σημείο αποτελεί σημείο καμπής για την πόλη των Θηβών, η οποία δεν θα μπορέσει έκτοτε να ανακτήσει την παλιά της δύναμη. Ο Στράβων επισκέπτεται τον 1ο αι. π.Χ τη πόλη και την χαρακτηρίζει ως μία πόλη άσημη πάνω σε λόφο με ένα λιμάνι (Πύρασος) που δε λειτουργεί. Οι Θήβες το 2ο αι. μ.Χ αποτελούν μια ρωμαϊκή πόλη, η οποία βάσει των αρχαιολογικών στοιχείων κατοικείται τόσο εντός όσο και εκτός των τειχών της πόλης. Η κατοίκηση εξακολουθεί να υπάρχει και στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους, γεγονός που επιβεβαιώνεται από την ύπαρξη παλαιοχριστιανικού ναού στην Ακρόπολη. Κατά τον 5ο αι. μ.Χ η πόλη δεν εγκαταλείπεται αλλά μικραίνει και σταδιακά μετατοπίζεται στο λιμάνι της Πυράσου, όπου και αναπτύσσεται.


Οι ανασκαφές ξεκινούν στις αρχές του 20ου αιώνα από τον Α. Αρβανιτόπουλο, έπειτα από τους Δ.Ρ. Θεοχάρη , Γ. Χουρμουζιάδη, Π. Λαζαρίδη, Ε. ΔεΪλάκη και Ε. Καβογιάννη. Τη δεκαετία του ’90 η αρχαιολόγος Β. Αδρύμη έκανε μια στρωματογραφική έρευνα στην Ακρόπολη της πόλης προκειμένου να διασαφηνιστούν τα στάδια και η έναρξη της κατοίκησης, η οποία κατέληξε στην ανεύρεση υπολειμμάτων κατοίκησης στα τέλη της Νεότερης Νεολιθικής. Από αυτή την έρευνα προέκυψαν επίσης το τμήμα ενός αποθέτη που σχετίζονταν με τον αρχαϊκό ναό της Αθηνάς Πολιάδας, οπού βρέθηκαν τόσο στον αποθέτη όσο και στο ναό χάλκινα αφιερώματα, κυρίως κοσμήματα, όπως και μια ιδρυτική επιγραφή από τον αρχαϊκό ναό, ο οποίος λειτουργούσε στο ακριβές σημείο που λειτουργούσε και το γεωμετρικό ιερό. Ένα ακόμα σημαντικό μνημείο, δυτικά της Ακρόπολης, είναι το ιερό του Ασκληπιού, κάτι το οποίο ταυτοποιείται από επιγραφή και τμήματα αγαλμάτων του. Άλλοι λατρευόμενοι θεοί που αναφέρονται τουλάχιστον επιγραφικά είναι της Αθηνάς, της Δήμητρας Παναχαίας, του Πρωτεσίλαου, της Νίκης και της Λευκοθέας.


Έρευνα πραγματοποιήθηκε και σε τμήμα του δυτικού νεκροταφείου της πόλης. Σημαντική στιγμή για την έρευνα ήταν η αποκάλυψη του αρχαίου θεάτρου της πόλης στη βόρεια πλευρά της αρχαίας πόλης. Η έρευνα για τον εντοπισμό του αρχαίου θεάτρου άρχισε τον Ιανουάριο του 1992 και βασίστηκε σε πληροφορίες που δίνονταν από περιηγητές του 19ου αι. καθώς και σ’ ένα τοπογραφικό σχέδιο του Fr. Stahlin του 1906, το οποίο σημείωνε τη θέση του θεάτρου. Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν μέχρι το 1993, οπού ήρθαν στο φώς ένδεκα σειρές λίθινων εδωλίων, συνολικά δεκαπέντε, με έξι ενδιάμεσες κλίμακες ανόδου που χώριζαν το κεντρικό τμήμα του κοίλου σε επτά κερκίδες, όπως και οι είσοδοι των παρόδων με τους αναλληματικούς τοίχους. Επιπλέον, η τελική φάση της έρευνας αφορούσε το σκηνικό οικοδόμημα του θεάτρου. Με βάση τα στοιχεία που έδωσε η έρευνα, το μνημείο πέρασε από δύο φάσεις, την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή, κατά την οποία μετατράπηκε σε αρένα για τη διεξαγωγή μονομαχιών και θηριομαχιών. Τα κινητά ευρήματα που προήλθαν από τον ανασκαφικό χώρο του θεάτρου περιελάμβαναν επιγραφές, ασημένια και χάλκινα νομίσματα, θραύσματα μαρμάρινων αρχιτεκτονικών μελών και μαρμάρινων αγαλμάτων, έναν ασημένιο κατάδεσμο, θραύσματα γυάλινων φιαλιδίων αλλά και κεραμική όπως τμήματα ανάγλυφων λύχνων, δύο ακέραια λυχνάρια, όστρακα ανάγλυφων μεγαρικών σκύφων, κεραμική terra sigillata, κ.α. .Όλα αυτά τα κινητά ευρήματα χρονολογούνται στους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους.


Τέλος, οι ανασκαφές της αρχαίας πόλης αποκάλυψαν μεγάλης έκτασης τμήματα του ανατολικού και δυτικού νεκροταφείου, τα οποία καταλάμβαναν το χώρο έξω από τα τείχη της πόλης και γύρω από αυτή, δίνοντας επίσης ευρήματα κυρίως κλασικών και ρωμαϊκών χρόνων αλλά και τάφους της Μέσης Εποχής του Χαλκού.


Βιβλιογραφία

  • M.H. Hansen, T.H. Nielsen, «An inventory of archaic and classical poleis», Οxford, 2004.(σελ.717-718).
  • Β. Αδμύρη- Σισμάνη, «Φιώτιδες Θήβες» στο «Αρχαίες πόλεις Θεσσαλίας και περίοικων περιόχων», Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Θεσσαλικών Σπουδών, Π.Ε.Δ Θεσσαλίας, 2012, (σελ.240-245).