Ήλιδα Ηλείας

Η Ήλιδα ή Ήλις υπήρξε μια από τις σημαντικότερες πόλεις του αρχαίου κόσμου. Υπήρξε η μεγαλύτερη πόλη και πρωτεύουσα της ομώνυμης πόλης-κράτους. Ο χώρος της παρουσιάζει ένα ευρύ φάσμα κατοίκησης που διήρκησε με μικρά κενά από τις αρχές περίπου της μέσης Παλαιολιθικής περιόδου (130000/120000 ΠΠ) έως και το τέλος της πρωτοβυζαντινής περιόδου (7ος αι. μ.Χ.), κατά την οποία η πόλη εγκαταλείπεται. Μυθικός ιδρυτής της Ήλιδας έχει θεωρηθεί ο Αιτωλός Όξυλος (12ος – 11ος αι. π.Χ.). Σύμφωνα με την παράδοση, ο Όξυλος, εκμεταλλευόμενος την κάθοδο των Δωριέων, υπέταξε τους παλιότερους κατοίκους της χώρας, ένωσε όλα τα πολίσματα που προϋπήρχαν στην περιοχή, δημιούργησε τον πρώτο συνοικισμό και έγινε πρώτος βασιλιάς της Ήλιδας. Η πόλη γνώρισε σημαντική ακμή κατά τη διάρκεια των πρώιμων ιστορικών χρόνων (11ος – 10ος αι. π.Χ.), στο τέλος της αρχαϊκής περιόδου και κατά την πρώιμη κλασική εποχή (6ος – 5ος αι. π.Χ.), καθώς και κατά τη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους της Ρωμαιοκρατίας (2ος αι. π.Χ. – αρχές 3ου αι. π.Χ.). Στην περίοδο της ακμής της η Ήλιδα απαρτιζόταν από τέσσερις περιφέρειες: την Πισάτιδα, την Τριφυλία, την Ακρώρεια και την Κοίλη Ήλιδα. Οι Ήλειοι ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία και τη γεωργία, ενώ κύριο μέλημά τους αποτέλεσαν οι Ολυμπίακοί Αγώνες, στη διοργάνωση των οποίων συνέβαλλαν καθοριστικά.


Η Ήλιδα εντοπίστηκε από περιηγητές κατά τον 19ο αιώνα, καθώς τα ερείπιά της παραμέναν ορατά. Το 1910 πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες ανασκαφικές εργασίες από το Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, ενώ κατά τα έτη 1911 έως 1914 η ανασκαφή τελούσε υπό την διεύθυνση του Otto Walter. Το ίδιο διάστημα συμμετείχε στις ανασκαφές και ο Αναστάσιος Ορλάνδος. Για περισσότερα από είκοσι χρόνια, από το 1960 έως το 1981 οι ανασκαφικές εργασίες συνεχίστηκαν από την Ελληνική Αρχαιολογική Εταιρεία, υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Νικόλαου Γιαλούρη σε συνεργασία με το Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, το οποίο εκπροσωπούσε η κα Veronica Leon. Σε αυτό το διάστημα οι ανασκαφικές εργασίες στόχευαν στην αποκάλυψη του αρχαίου θεάτρου της πόλης. Σήμερα η Αρχαιολογική Εταιρεία συνεχίζει να πραγματοποιεί περιοδικές ανασκαφές, ενώ κάποιες σωστικές ανασκαφές πραγματοποιούνται από την Ζ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.


Σύμφωνα με την αρχαία παράδοση οι κάτοικοι της Ηλείας κατοικούσαν σε μικρές αγροτικές κοινότητες σε μια περιοχή που κάλυπτε το σύνολο της έκτασης της πόλης της αρχαίας Ήλιδας. Οι κάτοικοι της Ηλείας δεν διέθεταν ένα δεσπόζων αστικό κέντρο μέχρι την περίοδο μετά τους Περσικούς Πολέμους, όταν ο συνοικισμός στα 471/0 π.Χ. οδήγησε στη δημιουργία μιας πυρηνικής πόλης-κράτους στην Ήλιδα. Σύμφωνα με τον Στράβωνα και τον Διόδωρο η Ήλιδα δεν προϋπήρχε σαν αστικό κέντρο πριν το συνοικισμό, ενώ το 471 π.Χ. ήταν η χρονιά που εγκαθιδρύθηκε ως πρωτέυουσα και κέντρο της πόλης. Οι περισσότεροι ιστορικοί εξηγούν την αντίφαση της Ηλείας ως τοπικό κέντρο εξουσίας και της απουσίας ενός αστικού κέντρου θεωρώντας ότι το Ιερό του Δία στην Ολυμπία λειτουργούσε παράλληλα και ως πολιτικό κέντρο του κράτους της Ηλείας κατά την Αρχαϊκή περίοδο.


Τα διασκορπισμένα κατάλοιπα της αρχαίας πόλης της Ήλιδας εντοπίζονται κατά μήκος της νότιας όχθης του ποταμού Πηνειού, ανάμεσα σε μια επίπεδη και εύφορη κοιλάδα της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου, περίπου 14 χλμ. από τις ακτές του Ιονίου Πελάγους. Τον 5ο αιώνα π.Χ. η αρχαία Ήλιδα οριοθετούταν στο βορρά από την Αχαϊα, ανατολικά με τα βουνά της Ακρωρείας που οδηγούσαν στην Αρκαδία, στα νότια από τη λοφώδη περιοχή της αρχαίας Πισάτις κατά μήκος της βόρειας όχθης του Αλφειού ποταμού, και στα δυτικά από τις ακτές του Ιονίου Πελάγους.


Σύμφωνα με τις περιγραφές του Παυσανία, ο οποίος επισκέφθηκε την αρχαία Ήλιδα στις περιηγήσεις του, η πόλη διέθετε πολλά κτήρια. Οι περιγραφές του είναι λεπτομερείς και μαρτυρούν επί τόπου επίσκεψη και βαθιά γνώση της πολεοδομίας της πόλης. Υπήρχε παλαίστρα, γυμνάσιο, πολλοί ναοί και ιερά, τεμένη και στοές, διακοσμημένα με περίτεχνα έργα τέχνης. Οι περιγραφές του Παυσανία για την Ήλιδα μπορούν να υποδιαιρεθούν σε πέντε κύριους τομείς: (α) τη δυτική πόλη με τα γυμνάσια, (β) τους δρόμους που οδηγούν μακριά από τα γυμνάσια, (γ) την αγορά, (δ) τα ιερά στα νότια και νοτιοδυτικά της αγοράς, και (ε) το θέατρο και το ιερό του Διονύσου βορειοανατολικά της αγοράς. Μικρή αναφορά γίνεται στην ακρόπολη και στο ιερό της Αθηνάς.


Η τοπογραφία του αρχαίου Θεάτρου της Ήλιδας και η αναγνώριση των γειτονικών του κτηρίων έχουν αποτελέσει επίκεντρο συστηματικής αρχαιολογική έρευνας για περισσότερα από εκατό χρόνια. Το αρχαίο θέατρο, όπως και το Ιερό του Διονύσου, τοποθετείται σε μια περιοχή μεταξύ της αρχαίας αγοράς και του Πηνειού ποταμού. Η αρχαιολογική σκαπάνη οδήγησε στο συμπέρασμα ότι το θέατρο της αρχαίας Ήλιδας υπήρχε ήδη κατά την κλασική εποχή, ενώ η λειτουργία του συνεχίστηκε στην ελληνιστική και τη ρωμαϊκή περίοδο κατοίκησης της αρχαίας πόλης. Διαπιστώθηκε ότι το αρχαίο θέατρο της Ήλιδας δεν είχε λίθινες βαθμίδες και ότι οι θεατές κάθοντας στο πρανές του κοίλου, όπως γινόταν και στην περίπτωση του σταδίου της Ολυμπίας. Σχετικά με το Ιερό του Διονύσου, ο Παυσανίας το περιγράφει ως ‘ιερό τόπο’ και όχι σαν ναό. Το λατρευτικό άγαλμα του Διονύσου, το οποίο αποδίδεται στον Πραξιτέλη, υποδεικνύει ότι το ιερό χρονολογείται στον 4ο αι. π.Χ.


Εκτός από το Ιερό του Διονύσου, η αρχαία Ήλιδα διέθετε ένα μεγάλο αριθμό λατρευτικών κτιρίων. Στην πόλη υπήρχαν ακόμα το Ιερό της Τύχης, το Ιερό των Χαρίτων με ξύλινα αγάλματα που αναπαριστούσαν τις Χάριτες, καθώς και το Ιερό του Απόλλωνα Ακεσίου, ο οποίος λατρευόταν ως θεραπευτής. Επιπλέον, εντοπίστηκαν ο ναός του Σειληνού, ο ναός της Αθηνάς με το χρυσελεφάντινο άγαλμά της που την απεικόνιζε ως Εργάνη, φορώντας κράνος με πετεινό, ο ναός της Αφροδίτης Ουράνιας που διέθετε χρυσελεφάντινο άγαλμα το οποίο αποδίδεται ως έργο του Φειδία, όπως και ο ναός του Σωσίπολη, τον οποίο οι Ήλειοι θεωρούσαν πρωσοποποίηση του Δία. Υπήρχαν, τέλος, οι ναοί του Άδη, της Αρτέμιδος Φιλομείρακος των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, καθώς και τα τεμένη του Άδη και της Αφροδίτης Πανδήμου.


Εκτός από τα λατρευτικά κτίρια υπήρχαν, επίσης, γυμνάσιο, παλαίστρα, λουτρά, και αγορά. Ο Παυσανίας ξεκινά την αφήγησή του στον δυτικό τομέα της πόλης, όπου περιγράφει τη διάταξη τριών γυμνασίων, παρουσιάζοντάς μας έτσι ένα πολυεπίπεδο σύμπλεγμα που αποτύπωνε στοιχεία της καθημερινότητας των κατοίκων της Ήλιδας. Σύμφωνα με τον Παυσανία, τουλάχιστον δύο δρόμοι συνέδεαν τα γυμνάσια με άλλες περιοχές της αρχαίας πόλης. Σύμφωνα με περιγραφές του Ξενοφών και του Παυσανία το βουλευτήριο χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 6ου αι. π.Χ. και το πρυτανείο χρονολογείται αντίστοιχα τον 5ο αι. π.Χ. Το ελληνοδικείο τοποθετείται στην περιοχή της αγορά. Τα κατάλοιπα της αγοράς της αρχαίας Ήλιδας που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη είναι λιγοστά και περιορίζουν την ακριβή αποτύπωση και κατανόηση της λειτουργίας της εντός του ιστού της αρχαίας πόλης. Η αγορά της Ήλιδας τοποθετείται στη βορειοδυτική περιοχή της αρχαίας πόλης, ανάμεσα στη νότια όχθη του Πηνειού ποταμού και στην αρχαία ακρόπολη, συνίσταται δε από ένα χαλαρό συγκρότημα κτιρίων τα οποία οργανώνονται γύρω από έναν ακανόνιστο ανοιχτό χώρο. Η αγορά γειτνιάζει με το αρχαίο θέατρο και το ιερό του Διονύσου. Ο Παυσανίας ολοκληρώνει την περιγραφή του για τα μνημεία και τα κτίρια της αρχαίας Ήλιδας με μια σύντομη αναφορά στην ακρόπολη, η οποία ενοπίζεται περίπου 600 μ. νοτιοανατολικά της αγοράς. Στην κορυφή της ακρόπολης, σύμωνα με τον Παυσανία, στεκόταν το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς το οποίο κατασκευάστηκε τον 5ο αι. π.Χ. από τον γλύπτη Φειδία. Παρά την περιορισμένη έκταση των ανασκαφών, δεν εντοπίστηκαν κατάλοιπα του ναού στην περιοχή της ακρόπολης.


Βιβλιογραφία

  • Heiden, J. 2006. Die Agorai von Elis und Olympia. In W. Hoepfer and L. Lehman (eds.), Die griechishe Agora, 53–8. Mainz: Phillip von Zabern.
  • Glaser, F. 2001. Das theatre von Elis und das problem einer Hölzernen skene. In V. Mitsopoulos-Leon, (ed.), Forscyngen in der Peloponnes, 253–6. Athens: Österreichischen Archälogischen Institut.
  • Tritsch, F. 1932. Die Agora von Elis und die altgriechische Agora. ÖJh 27, 64–105.
  • Yalouris, N.F. 1996. Ancient Elis: cradle of the Olympic Games. Athens: Adam Editions.
  • Walter, O. 1913. Vorläufiger Bericht über die Grabungen in Elis 1911-1912. ÖJh 16, 145–151.