Μαντίνεια Αρκαδίας

Η αρχαία Μαντίνεια ιδρύθηκε κάποια στιγμή στους ύστερους Αρχαϊκούς χρόνους ή στην πρώιμη Κλασική περίοδο. Η ακριβής ημερομηνία ίδρυσής της δεν είναι βέβαιη. Κοντά στον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Μαντίνειας βρίσκεται ο λόφος Γκορτσούλι, στη θέση του οποίου εντοπίστηκε εκτεταμένος οικισμός και ακρόπολη Πρωτοελλαδικών χρόνων. Στους αρχαϊκούς χρόνους η πόλη μεταφέρθηκε στον επίπεδο χώρο, δηλαδή στη θέση του σημερινού αρχαιολογικού χώρου της αρχαίας Μαντίνειας. Η πόλη παρουσιάζει δύο περιόδους κατοίκησης: η μία ολοκληρώνεται στον διοικισμό του 385 π.Χ., όταν καταστράφηκε από τους Σπαρτιάτες και εγκαταλήφθηκε, ενώ η δεύτερη επανίδρυση της πόλης τοποθετείται με ασφάλεια στη χρονιά 370 π.Χ. Μετά το δεύτερο συνοικισμό η πόλη παρουσιάζει συνεχή κατοίκηση μέχρι τον 6ο ή τον 7ο αι. π.Χ.


Η Μαντίνεια μαζί με την Τεγέα και το Παλλάδιο, καταλάμβαναν τη σύγχρονη κοιλάδα της Τρίπολης, η οποία περικλύει τη μεγαλύτερη πεδιάδα της ανατολικής Αρκαδίας. Η πόλη της αρχαίας Μαντίνειας εντοπίζεται σε σχετικά επίπεδη αλλουβιακή πεδιάδα με υψόμετρο που ποικίλει μεταξύ 624 μ. και 640 μ. πάνω από τη στάθμη της θάλασσας. Στα βόρεια συνορεύει με το Όρος Αρμενιάς (1,756 μ.), που όριζε την επικράτεια της αρχαίας πόλης του Ορχομενού, ενώ το νοτιότερο όριό της συνιστούσε το σύνορο με την αρχαία πόλη της Τεγέας, και βρισκόταν στη στενή πεδιάδα ανάμεσα στο Όρος Κρομπρίζα (997 μ.) και το αντέρεισμα του Μύτικα (1,007 μ.). Στα ανατολικά η Μαντίνεια συνόρευε με την πόλη του Άργους, ενώ στα Δυτικά με τον αρχαίο οικισμό Μαιναλία. Με βάση γραπτες πηγές και αρχαιολογικά δεδομένα, κατά την Αρχαϊκή και την Κλασική περίδο, η χώρα της Μαντίνειας ήταν περιορισμένη στις τρεις κοιλάδες της Μαντίνειας, της Λούκας και της Νεστάνης. Πέραν τούτου, η Μαντίνεια δεν συνιστούσε τον μόνο οικισμό στη Μαντινειακή περιοχή. Φαίνεται βέβαιο ότι, τουλάχιστον σε κάποιες περιόδους, η Μαντινική περιλάμβανε έναν αριθμό οικισμών οι οποίοι είχαν οργανωθεί ως πόλεις. Σύμφωνα με τον Στράβωνα η Μαντίνεια είχε αρχικά συνοικισθεί σε πέντε δήμους.


Οι πρώτες έρευνες στην περιοχή της αρχαίας Μαντίνειας πραγματοποιήθηκαν κατά το διάστημα 1887 και 1889 υπό την αιγίδα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στην Αθήνα. Σε αυτό το διάστημα διευθυντής των ανασκαφών υπήρξε ο Gustave Fougères. Η ανασκαφή που πραγματοποιήθηκε στο χώρο δεν ήταν συστηματική, ούτε κάλυψε το σύνολο του οικισμού. Αντίθετα, οι εργασίες επικεντρώθηκαν στον κεντρικό δημόσιο τομέα της πόλης και σε συγκεκριμένες περιοχές, όπου διακρίνονταν οικοδομικά λείψανα και τμήματα των κατόψεων σωζώμενων κτηρίων. Από το 1961 μέχρι το 1974 η Αρχαιολογική Υπηρεσία πραγματοποίησε ανασκαφές μικρής έκτασης και σωστικού χαρακτήρα στη θέση της αρχαίας Μαντίνειας με κύριο σκοπό την αναδείξη των αρχαιολογικών καταλοίπων που είχαν έρθει στο φως από τις ανασκαφές της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Παράλληλα εντοπίστηκαν περισσότερα λείψανα του οικιστικού ιστού της πόλης, καθώς και ναϊκό οικοδόμημα στο γειτονική λόφο Γκορτσούλι. Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα μαρτυρούν ότι η περιοχή παρουσιάζει μεγάλο διάστημα εγκατάστησης ή χρήσης που καλύπτει την Αρχαϊκή, την Κλασική, την Ελληνιστική, τη Ρωμαϊκή και τη Βυζαντινή περίοδο.


Τόσο στην πρώτη όσο και στη δεύτερη φάση κατοίκησης η Μαντίνεια αποτελλούσε μια τειχισμένη πόλη, καθώς ακόμα και μετά τον συνοικισμό του 370 π.Χ. δημιουργήθηκαν νέα τείχη. Εξαιτίας της καλής κατάστασης διατήρησής τους αλλά και της μεγάλης τους έκτασης, τα τείχη της Μαντίνειας είναι τα πιο γνωστά στην περιοχή. Το τείχος έχει ελλειπτική κάτοψη, διατηρείται σχεδόν ολόκληρο, με εξαίρεση συγκεκριμένα σημεία στα δυτικά που δεν σώζονται, και φτάνει τα 3,942 μ. μήκος περικλύοντας μια περιοχή 124 ha. Διαθέτει, επίσης, πολύ μεγάλο αριθμό πύργων –ύψους περίπου 5 μ.– που έφταναν συνολικά τους 126, καθώς και 10 πήλες. Γύρω από το τείχος υπήρχε σκαμμένο μεγάλο κανάλι το οποίο μετατράπηκε σε αμυντική τάφρο, όπου διοχετεύονταν τα νερά του ποταμού Όφη και της κρήνης Άρνας. Μπροστά στις πύλες διακρίνονται κατάλοιπα γεφυριών, ενώ οι πύλες οδηγούσαν σε αντίστοιχα κρυφά μονοπάτια και θύρες κατάλληλες για αμυντικές στρατιωτικές εξορμήνεις σε πολλά σημεία της περιμέτρου του τείχους. Η κατασκευή του πραγματοποιήθηκε από πλίνθους που εδράζονται σε λίθινα θεμέλια. Το τείχος της Μαντίνειας ενσωματώνει αρχιτεκτονικά και κατασκευαστικά στοιχεία που αναπτύχθηκαν στα τέλη του 5ου και στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. και είναι χαρακτηριστικά τυπικά της νέας αντίληψης για ενεργητική παρά για παθητική αμυντική στρατηγική.


Οι ανασκαφές του Γάλλου αρχαιολόγου Gustave Fougères έφεραν στο φως έναν μεγάλο αριθμό δημόσιων κτηρίων αλλά και ιερών. Κεντρική θέση στον δημόσιο ιστό της αρχαίας πόλης έχει η Αγορά, ένας μεγάλος ορθογώνιος υπαίθριος χώρος, γύρω από τον οποίο αναπτύχθηκαν δημόσια κτήρια και στον οποίο κατέληγαν οι κεντρικές αρτηρίες της πόλης. Η Αγορά τοποθετείται χωρικά ελαφρώς ανατολικά από το κέντρο της περιτειχισμένης πόλης και η θέση της καθορίζεται από τη σύγκλιση των πιο σημαντικών διαγώνιων οδών που συνδέουν διάφορες πήλες. Η αγορά της πρώτης φάσης κατοίκησης της πόλης μοιάζει να βρίσκεται στην ίδια περιοχή, όπως και η αγορά στη δεύτερη φάση κατοίκησης της πόλης μετά τον συνοικισμό του 370 π.Χ. Εδώ εντοπίστηκαν αρκετές στοές. Σε μία από τις οδούς, στην οδό Τεγέας, υπήρχε μεγάλη στοά με κίονες από τους οποίους σώζονται συνολικά δέκα. Δυτικά της αγοράς εντοπίστηκε το αρχαίο Θέατρο της Μαντίνειας το οποίο χρονολογείται στους πρώιμους ελληνιστικούς χρόνους περί του 4ου και 3ου αι. π.Χ. Από το θέατρο έχει ανασκαφεί η σκηνή, η οποία διατηρείται ανέπαφη, η ορχήστρα, καθώς και μερικά από τα χαμηλά κτιστά εδώλια του κοίλου. Το αρχαίο θέατρο της Μαντίνειας είναι από τα ελάχιστα θέατρα της κυρίως Ελλάδας που για την κατασκευή του κοίλου διαμορφώθηκε τεχνητό ανάχωμα, δεδομένου ότι η πόλη είχε ιδρυθεί σε επίπεδη περιοχή. Η προσέλευση των θεατών στο κοίλο γινόταν από τέσσερις συνολικά εισόδους. Οι κερκίδες χαμηλά ήταν τουλάχιστον επτά. Στη δυτική περιοχή της αγοράς και σε κοντινή απόσταση στα ανατολικά του θεάτρου βρέθηκαν ναοί που χρονολογούνται στην κλασική περίοδο. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν ότι ένας ναός ήταν του Σωτήρα Διός, ένας ακόμα ήταν Ηραίο, ενώ αναγνωρίστηκε επίσης Ναός της Μεσοπολίτιδος Αρτέμιδος, Ηρώο του Πόδαρος καθώς και βωμός του Ήλιου. Πλήθος γλυπτών και αγαλμάτων, κάποια από τα οποία ταυτίστηκαν ως έργα του Πραξιτέλη, ήρθαν στο φως διαμορφώνοντας το πλούσιο Πάνθεον της αρχαίας Μαντίνειας. Στη νότια πλευρά της αγοράς τοποθετείται η Εξέδρα της Επιγόνης που χρονολογείται στον 1ο αι. π.Χ. και μια ακόμα στοά μεγάλου μήκους με περιστήλιο και τρεις κολώνες σε κάθε πλευρά. Στη νοτιοανατολική γωνία της αυλής αναγνωρίστηκαν κτήρια που χαρακτηρίστηκαν ως Δειπνιστήρια, καθώς και Μάκελλος με εργαστήρια και εξέδρα. Στην αντίθετη κατεύθυνση, στη νοτιοανατολική περιοχή της αυλής και σε κοντινή απόσταση από το θέατρο και το πυκνό συγκρότημα δημόσιων κτηρίων που αναπτύσεται εκεί εντοπίστηκε Πρόπυλο σε σχήμα κάτοψης Π και μαρμάρινες στήλες. Στα βόρεια της αυλής στοά με τρεις διαδρόμους έχει χαρακτηριστεί από τους περισσότερους μελετητές της θέσης ως το Βουλευτήριο της Μαντίνειας. Στην περιοχή της αυλής εντοπίστηκαν επίσης Ημικυκλικό Ρωμαϊκό κτήριο και Λουτρικό Συγκρότημα ρωμαϊκών χρόνων. Τα κτήρια που εντοπίστηκαν στην περιφέρεια της αγοράς της Μαντίνειας ανακατασκευάστηκαν τουλάχιστον δύο φορές κατά τη διάρκεια των Ρωμαϊκών χρόνων.


Διαπιστώνεται ότι η αγορά και η γειτονική δημόσια περιοχή έχουν διερευνηθεί περιορισμένα, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του ιδιωτικού τομέα παραμένει ανεξερεύνητο. Σε αντίθεση με τις ανασκαφές του Fougères οι ανασκαφές που πραγματοποίησε η Αρχαιολογική Υπηρεσία έφεραν στο φως κτήρια ιδιωτικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, στις ανασκαφές του 1973 ο G.Steinhauer πραγματοποίησε δοκιμαστικές τομές που κάλυψαν το 1/3 περίπου της έκτασης της αρχαίας πόλης. Κατά τις εργασίες αποκαλύφθηκαν τα θεμέλια σειράς τριών οικιών κατασκευασμένων από αργούς λίθους και οπτόπλινθους, οι οποίοι αποτελούσαν τμήμα οικοδομικού τετραγώνου της πόλης. Οι οικίες αυτές έχουν διαστάσεις 15 x 15 μ., διαθέτουν εσωτερική αυλή, περιστύλιο στις δύο τουλάχιστον συνεχιζόμενες πλευρές του και κλίμακα προς όροφο. Τέλος, εντοπίστηκε καλά διατηρημένη έπαυλη στη νότια πλευρά της οποίας αποκαλύφθηκε λουτρό, καθώς και το υπόκαυστο δωμάτιο στρωμένο με πήλινες πλάκες.


Η λατρεία του Ίππειου Ποσειδώνα, που αποτελούσε τον προστάτη Θεό της πόλης, έμεινε μέχρι το τέλος εκτός των τειχών, στο αγροτικό ιερό του, σε κοντινή απόσταση από το στάδιο και τον ιππόδρομο, όπου τελούταν προς τιμή του τα Ποσείδαια, αγώνες, εκδηλώσεις και γιορτές. Το Ιερό του Ίππιου Ποσειδώνα βρίσκεται 1.3 χλμ. νότια της αρχαίας Μαντίνειας και λίγα πράγματα είναι αρχαιολογικά γνωστά για αυτό. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν μεταγενέστερα κτήρια και τάφους που έφεραν επιγραφές αφιερωμένες στον Ίππιο Ποσειδώνα.


Ένα μικρό τμήμα της Μαντίνειας, σε σχέση με την συνολική έκταση που καταλαμβάνει ο αρχαιολογικός χώρος, διερευνήθηκε με ηλεκτρικές και μαγνητικές γεωφυσικές μεθόδους από το πανεπιστήμιο Πατρών από το 1988 έως το 1992. Την περίοδο 4-10 Μάιου 2014 το Εργαστήριο Γεωφυσικής Δορυφορικής Τηλεπισκόπισης και Αρχαιοπεριβάλλοντος του ΙΜΣ-ΙΤΕ διοργάνωσε σε συνεργασία με την 39η Εφορεία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων ένα πρόγραμμα γεωφυσικών διασκοπήσεων με σκοπό την εκτεταμένη κάλυψη (~ 18 hectares) της περιοχής με πολυκάνναλα συστήματα μετρήσεων


Βιβλιογραφία

  • Δημακοπούλου, Α. 1965. Εργασίαι καθαρισμού και διαμορφώσεως χώρου αρχαίας Μαντίνειας. Αρχαιολογικόν Δελτίον 20, Β’1, 177–8.
  • Dilke, OA.W. 1950. Details and chronology of Greek Theatre Caveas. BSA 65, 21–63.
  • Fougères, G. 1887. Rapport sur les Fouilles de Mantinée. Bulletin de Correspondance Hellenique 11, 485–95.
  • Fougères, G. 1890. Fouilles de Mantinée. Bulletin de Correspondance Hellenique 14, 595–601.
  • Fougères, G. 1898. Mantinée et l’ Arcadie Orientale. Paris: Albert Fontemoign, Éditeur.
  • Hodkinson, H. And Hodkinson, S. 1981. Mantineia and the Mantinike: settlement and society in a Greek polis. BSA 76, 239–96.
  • Jost, M. 1985. Sanctuaires et cultes d’ Arcadie. Études Péloponnésiennes 9.
  • Καράγιωργα, Θ., 1961/1962. Καθαρισμός και διαμορφώσεις αρχαιολογικού χώρου Μαντίνειας. Αρχαιολογικόν Δελτίον 17, Β, 86.
  • Καράγιωργα, Θ. 1963. Αρχαία Μαντίνεια. Αρχαιολογικόν Δελτίον 18, Β’1, 87–8.
  • Καραγιώργα-Σταθακοπούλου, Θ. 2012. Μαντίνεια και Μαντινική. Στο Βλαχόπουλος, Α. (επιμ.), Αρχαιολογία Πελοποννήσου, 242–7. Αθήνα: Εκδοτικός Οίκος Μέλισσα.
  • Καραπαναγιώτου, Α.Β. 1997. Εντοπισμοί αρχαιοτήτων – περιοδείες. Νομός Αρκαδίας. ΑΔ 52 τ. Β1, 209–10.
  • Καραπαναγιώτου Α.Β., 1998. Ανασκαφικές εργασίες. Νομός Αρκαδίας. Αρχαιολογικόν Δελτίον 53 τ. Β1, 180–2.
  • Καραπαναγιώτου, Α.Β. 1999. Επαρχία Μαντίνειας. Νομός Αρκαδίας. Αρχαιολογικόν Δελτίον 54 τ. Β1, 187.
  • Καραπαναγιώτου, Α.Β. Αρχαίο Θέατρο Μαντίνείας http://odysseus.culture.gr/h/2/gh251.jsp?obj_id=6524(πρόσβαση 23/09/14).
  • Sarris, A. 1992. Shallow Depth Geophysical Investigation Through the Application of Magnetic and Electric Resistance Techniques: An Evaluation Study of the Responses of Magnetic and Electric Resistance Techniques to Archaeogeophysical Prospection Surveys in Greece and Cyprus. Ph.D. diss., University of Nebraska.
  • Sarris, A. Cuenca-García, C. Donati,J.C., Kalayci, T., Papadopoulos, N., Simon, F. 2014. Preliminary report on geophysical survey at Mantinea. Unpublished report, Institute for Mediterranean Studies, Foundation for Research and Technology, Hellas.
  • Winter, F.E. 1987. Arkadian Notes I: identification of the Agora Buildings at Orchomenos and Mantinea. Echos du monde classiques.Classical News 31, 235–46.
  • Σταϊνχάουερ, Γ. 1973/1974. Αρχαία Μαντίνεια. Αρχαιολογικόν Δελτίον 29, Β’2, 296–301.
  • Winter, F.E. 1989. Arkadian Notes II: the walls of Mantinea, Orchomenos and Kleitor. Echos du monde classiques.Classical News 33, 189–200.