Αρχαία Μεσσήνη

Η θέση της αρχαίας Μεσσήνης εντοπίζεται στο ΝΔ τμήμα της Πελοπονήσου, στη σημερινή θέση Μαυρομάτι.


Τα πρώτα δείγματα κατοίκησης στην αρχαία Μεσσήνη χρονολογούνται από την ανώτερη παλαιολιθική περίοδο (26000-9000 π.Χ). Μεγάλη ανάπτυξη σημειώνει καθ’ όλη τη διάρκεια της Εποχής του Χαλκού από το 3200 ως και το 1050 π.Χ, δίνοντας μια σειρά μεγάλων αρχιτεκτονικών δειγμάτων όπως είναι το πρωτοελλαδικό μέγαρο στα Ακροβίτικα, ο μεσοελλαδικός οικισμός στο Μάλλι και το μυκηναϊκό ανάκτορο του Νέστορος στον Άνω Εγκλιανό. Ο πολιτιστικός χαρακτήρας της περιοχής είχε τις ρίζες του στη μινωική Κρήτη, την Ανατολή αλλά και την Αδριατική γεγονός που ευνοήθηκε από τη δυνατότητα που έδιναν τα λιμάνια της Κυπαρισσίας, της Καλαμάτας και της Πύλου για μια ευρεία θαλάσσια επικοινωνία με τις γειτονικές αυτές περιοχές.


Σύμφωνα με αναφορές του Παυσανία στα Μεσσηνιακά (2ος αι. μ.Χ) αλλά και σε κείμενα του Σάμιου Άσιου (7ος αι. π.Χ) η πρώτη οργανωμένη κατοίκηση γίνεται κατά την πρώιμη εποχή του Χαλκού. Αρχικά, υπήρχαν δύο κέντρα εξουσίας στο Καρνάσιο και την Ανδανία, τα οποία σταδιακά μετατοπίστηκαν στην Πύλο και την Αρήνη.


Bάσει των αρχαιολογικών στοιχείων που μας δίνονται, την Εποχή του Σιδήρου στη Μεσσηνία εγκαθίστανται δεύτερη φορά οι Ηρακλείδες με ηγέτη τον Δωριέα Κρεσφόντη. Στα πρωτογεωμετρικά χρόνια ξεκινά και η λατρεία του Διός Ιθωμάτα από τον Αιπυτίδη Γλαύκο, κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται από την εύρεση ενός χυτού ποδός τρίποδα του 8ου αι. π.Χ στην κορυφή της Ιθώμης, όπου βρισκόταν και το ιερό. Στη Γερήνια μαρτυρείται επίσης η λατρεία του Μαχάονος, γιού του Ασκληπιού καθώς και του ποταμού θεού Παμίσου. Έρευνες του Σουηδού ερευνητή Natan Valmin, αποκάλυψαν ένα ιερό προς τιμήν του ποταμού θεού Παμίσου, κοντά στο σημερινό χωριό Άγιος Φλώρος. Σύγχρονο του ιερού είναι και το ιερό του Ποσειδώνα στα Ακροβίτικα Μεσσηνίας, το οποίο ερευνήθηκε από τον Π. Θέμελη το 1969.


Η ‘ύπαρξη του οικισμού κατά τον 9ο-8ο αι. π.Χ, αποδεικνύεται κυρίως από τα ευρήματα πρωτογεωμετρικής και γεωμετρικής περιόδου στο χώρο του Ασκληπιείου. Παρόλα αυτά, η πρώτη εγκατάσταση στο χώρο έγινε κατά την Ύστερη Νεολιθική ή την πρώιμη Εποχή του Χαλκού, κάτι το οποίο μαρτυρούν οι δύο λίθινοι πέλεκεις, σφονδύλια για αδράχτι από στεατίτη, όπως και μια πώρινη λιθόπλινθος με τεκτονικό σημείο Φ της Γραμμικής Α.


Σε ό,τι αφορά το ιστορικό των ερευνών τις πληροφορίες που γνωστοποιούν την ύπαρξη της αρχαίας Μεσσήνης είναι οι αναφορές του Περιηγητή Παυσανία, ο οποίος την επισκέφθηκε μεταξύ 155 και 160 π.Χ.. Ακόμη, ο οχυρωματικός περίβολος, που σώζεται έως σήμερα, κίνησε το ενδιαφέρον πολλών Ευρωπαίων περιηγητών. Με βάση τις αναφορές του Παυσανία, οι F.C.H.L Pouqueville, E. Dodwell και W. Gell παρουσίασαν τα πρώτα στοιχεία για τα σωζόμενα μνημεία της αρχαίας πόλης. Το 1810 ο H.v. Hallerstein επισκέπτεται τη Μεσσήνη αφήνοντας ένα σημειωματάριο με σχέδια των ορατών μνημείων της πόλης, το οποίο σήμερα φυλάσσεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Στρασβούργου. Έπειτα, ο Stackelberg δημιουργεί μία σειρά πινάκων με θέμα το ελληνικό τοπίο, μεταξύ αυτών και η απεικόνιση της Αρκαδικής Πύλης. Οι μελέτες του W.M Leake το 1830 αλλά και η δημοσίευση της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μωρέως (1831-38) υπό τον Αbel Blouet αποτελούν τις πρώτες προσπάθειες συστηματικής μελέτης των μνημείων και της τοπογραφίας. Σημαντικές πληροφορίες μας δίνει και η μελέτη του Ph.Lebas το 1848 για το ιερό της Αρτέμιδος Λιμνάτιδος, όπως και τα τοπογραφικά και ιστορικά στοιχεία για τη Μεσσήνη-Ιθώμη του L.Ross το 1841,του W.Smith το 1854-57 και του C.Bursian το 1872. Στη συνέχεια ακολουθεί το έργο των Α. Πετρίδη, ο οποίος δημοσιεύει επιγραφές (1879-80) και του Στ. Οικονομάκη με το βιβλίο ’’Τα σωζόμενα Ιθώμης, Μεσσήνης και των πέριξ’’, Καλαμάτα 1879.


Το 1895 ξεκινούν συστηματικές ανασκαφές από την Αρχαιολογική Εταιρία με επικεφαλή το Θεμιστοκλή Σοφούλη. Το 1909 και 1925 οι ανασκαφές συνεχίζονται από τον Γεώργιο Οικονόμο κι αργότερα από το Σουηδό αρχαιολόγο N.Valmin, ο οποίος εκδίδει ένα έργο για τις επιγραφές της Μεσσηνίας (Lund 1930) και ένα δεύτερο με τις τοπογραφικές του έρευνες (Lund 1930). Ο C.Roebuck εκδίδει το 1941 ένα ιστορικό σύγγραμμα για τη Μεσσήνη. Το 1957, ο τότε γραμματέας της Αρχαιολογικής Εταιρίας Αναστάσιος Ορλάνδος, αναλαμβάνει τις ανασκαφές στην αρχαία Μεσσήνη μέχρι και το 1974. Με τη συμβολή όλων των ερευνητών ήρθε στο φώς το μεγαλύτερο μέρος του οικοδομικού συγκροτήματος του Ασκληπιείου. Το 1978 δημοσιεύεται το λήμμα Μεσσήνη στο τόμο 15 της γερμανικής Εγκυκλοπαίδειας Real από τον Meyer και το 1979 τα Μεσσηνιακά του Παυσανία σε μετάφραση-σχόλια Ν. Παπαχατζή. Μέσω των ανασκαφικών ερευνών, των εργασιών στερέωσης και αναστήλωσης των μνημείων που ξεκίνησαν το 1987, έχουν έρθει στο φως η πλειονότητα των δημόσιων και ιερών οικοδομημάτων που περιέγραψε ο Παυσανίας.


Το πολεοδομικό σύστημα της πόλης είναι το ιπποδάμειο. Βασική ιδέα αυτού του συστήματος είναι όλοι οι πολίτες να έχουν ισομεγέθη, κατάλληλα οικόπεδα, ώστε να έχουν πρόσβαση στα δημόσια και ιερά οικοδομήματα.


Η Μεσσήνη πήρε το όνομα της από τη βασίλισσα Μεσσήνη, κόρη του Αργείου βασιλιά Τριόπα και σύζυγο του Λάκωνα Πολυκάονα. Στη βασίλισσα Μεσσήνη αποδίδεται και η ίδρυση του ιερού του Διός Ιθώματα. Σύμφωνα με αναφορές του Παυσανία η Μεσσήνη θεοποιείται και λατρεύεται επί βασιλιά Γλαύκου το 10ο αι. π.Χ. . Κατά τα ελληνιστικά χρόνια (3ος/2ος αι. π.Χ) η Μεσσήνη λατρεύεται ως μια από τις κύριες θεότητες της πόλης μαζί και με το χθόνιο θεό Ασκληπιό. Ο ναός της αποκαλύφθηκε στο ΝΔ τμήμα της αγοράς. Είναι περίπτερος με 6 Χ 12 ψαμμιτικούς κίονες δωρικού ρυθμού. Στο σηκό του βρισκόταν το χρυσόλιθο άγαλμα της θεάς και μια τοιχογραφία του Ομφαλίωνα, μαθητή του Νικία, με δεκατρείς μυθικούς βασιλείς και βασίλισσες της χώρας. Ακόμη, ο Παυσανίας μας δίνει στοιχεία για τη διαδικασία ιδρύσεως-οικοδομήσεως της πόλης, η οποία περιελάμβανε θυσίες από τους Μεσσήνιους στο Δία Ιθωμάτα και τους Διόσκουρους, ενώ οι ιερείς στις Μεγάλες Θεές, Δήμητρα και Κόρη, και τον Καύκωνα, μυθικό ιδρυτή των μυστηρίων της Ανδανίας, εγγονό του Φλύου από την Αττική. Ακόμη, επικαλέστηκαν ήρωες και ηρωίδες σύμβολα για τους ίδιους και τη πόλη τους όπως τη βασίλισσα Μεσσήνη, τον Εύρυτο και τον Αφαρέα με τους γιούς του Ίδα και Λυγκέα, από τους Ηρακλείδες ,τον Κρεσφόντη και το γιό του Αίπυτο, όπως και τον Αριστομένη, τους οποίους κάλεσαν να επιστρέψουν και να ζήσουν μαζί τους στη νέα πόλη.


Μέχρι και το 395 μ.Χ, η Μεσσήνη αποτελούσε το πολιτιστικό κέντρο της Μεσσήνης, όταν οι επιδρομές των Γότθων του Αλάριχου σηματοδοτούν το τέλος και την ερημοποίηση της, αφού οι κάτοικοι άρχισαν να επιλέγουν ασφαλέστερους τόπους διαμονής.


Κάποια από τα βασικά μνημεία που έχουν ως τώρα ανακαλυφθεί στο χώρο είναι το Ασκληπιείο, το Θέατρο, το ιερό ενός ήρωα, το ιερό της βασίλισσας Μεσσήνης, η Κρήνη Αρσινόη, η Πρωτοβυζαντινή Βασιλική, το δυτικό τμήμα της Αγοράς, το Στάδιο, το Γυμνάσιο, το ιερό της Αρτέμιδος, μια ρωμαϊκή έπαυλη υστερορωμαϊκών χρόνων και το ιερό του Διός Σωτήρος. Πολύ σημαντικό στοιχείο είναι επίσης, τα κατάλοιπα του τείχους που περιέβαλε την αρχαία πόλη, το οποίο σώζεται σε καλύτερη κατάσταση στο βόρειο τμήμα του. Είχε δύο εισόδους την Αρκαδική (ή πύλη της Μεγαλόπολις) και τη Λακωνική. Τα υπόλοιπα ευρήματα στεγάζονται στο τοπικό Αρχαιολογικό Μουσείο.


Βιβλιογραφία

  • Π.Θέμελης, «Αρχαία Μεσσήνη», Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλοτριώσεων, Αθήνα, 1999 (σελ. 15-18).
  • Π. Θέμελης, « Αρχαία Μεσσήνη, ο χώρος και τα μνημεία», Έκδοση περιφέρειας Πελοποννήσου, 1998 (σελ. 2-5,10-55).
  • Ν. Παπαχατζής. «Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις, Μεσσηνιακά – Ηλιακά», Εκδοτική Αθηνών, 2002 (σελ.114,118-119).
  • M.H. Hansen, T.H. Nielsen, «An inventory of archaic and classical poleis», Οxford, 2004.(σελ.561-564).