Στύμφαλος

Η πόλη της Στυμφάλου βρίσκεται το βορειοανατολικό τμήμα της Πελοπονήσου. Το τοπωνύμιο «Στύμφαλος» το συναντάμε κυρίως στον Παυσανία αλλά και στον Όμηρο ως «Στύμφηλο». Κοντά στην πόλη, υπάρχει ως σήμερα η λίμνη Στυμφαλία ή «Στυμφηλίς», της οποίας η έκταση μεταβάλλεται. Επίσης, σύμφωνα με τις πηγές η Στύμφαλος ήταν μέλος της Αρκαδικής Συμπολιτείας και πιθανά και της Πελοπονησιακής Συμμαχίας. Σε ό,τι αφορά τα αρχαιολογικά κατάλοιπα έχει εντοπιστεί ένα νεκροταφείο κλασικής-ελληνιστικής περιόδου στα νοτιοδυτικά της πόλης, με δωρικά αρχιτεκτονικά μέλη, νότια ένας αμφιθεατρικός χώρος με καθίσματα, κάτι το οποίο υποδηλώνει την ύπαρξη θεάτρου, η Ακρόπολη, η οποία περιλαμβάνει τρείς ναούς, ο ένας πιθανά αφιερωμένος στην Αθηνά Πολιάς από τον οποίο έχουμε δείγματα ύστερης αρχαϊκής και κλασικής περιόδου. Το τείχος της πόλης, όπως υπολογίστηκε και από τον H.Williams είχε μήκος 2300 μέτρα. Απ’ τις γραπτές πηγές πληροφορούμαστε ότι υπήρχε και ένα βουλευτήριο με ένα διοικητικό συμβούλιο. Η δημόσια αρχιτεκτονική της πόλης δεν έχει αποκαλυφθεί πλήρως, καθώς δεν είναι βέβαιη η θέση της αγοράς.


Για τη θέση της αρχαίας πόλης δεν υπάρχει ακριβής προσδιορισμός παρά μόνο κάποιες υποθέσεις. Η επικρατέστερη υποψήφια θέση είναι το σημερινό χωριό Λάφκα, καθώς τα ευρήματα τοιχοποιίας παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες με αυτά που έχουν περιγραφεί για την αρχαία Στύμφαλο. Μέχρι στιγμής η πρωιμότερη κεραμική που έχει βρεθεί σ’ αυτή τη θέση είναι χρονολογημένη κατά τους ύστερους αρχαϊκούς χρόνους ή πρώιμους κλασικούς.


Η παρουσία της Αθηνάς Πολιάδος στη λατρευτική ζωή της πόλης μπορεί να επιβεβαιωθεί, αλλά δεν αποτελούσε τη βασική λατρεία, καθώς τη θέση αυτή είχε η θεά Άρτεμις, η οποία απεικονίζονταν σε νομίσματα της πόλης. Το ιερό της θεάς Άρτεμις αξιοποιούνταν και για τη δημοσίευση των διαταγμάτων της πόλης. Σύμφωνα με τον Head, η νομισματοκοπία της Στυμφάλου ξεκίνησε το 400 π.Χ ενώ ο Babelon τοποθετεί αυτό το γεγονός το 420 π.Χ με την κοπή αργυρών και χάλκινων νομισμάτων, τα οποία απεικόνιζαν την Άρτεμη, τον Ηρακλή και τις Στυμφαλίδες Όρνιθες.


Βιβλιογραφία

  • M.H. Hansen, T.H. Nielsen, «An inventory of archaic and classical poleis», Οxford, 2004.(σελ.529,530).