Τεγέα Αρκαδίας

Η Τεγέα συνιστά την πιο παλιά και πιο ισχυρή πόλη της αρχαίας Αρκαδίας. Φαίνεται ότι, όπως και η Μαντίνεια, αποτέλεσε την ηγετική πόλη μιας τοπικής συμμαχίας. Το 370 π.Χ., μετά από έναν εμφύλιο πόλεμο που έστειλε στην εξορία 800 ολιγάρχες, η Τεγέα έγινε μέλος της Αρκαδικής Ομοσπονδίας. Ένα σύστημα φυλών, πιθανότατα βασισμένο στην εδαφικότητα, είναι αναγνωρισμένο. Εντούτοις, η οργάνωση και η λειτουργία αυτού του συστήματος παραμένει άγνωστη. Ο Στράβωνας αναφέρει ότι η Τεγέα είχε συνοικιστεί από εννιά δήμους, ενώ ο Παυσανίας διέσωσε τα ονόματα των δήμων. Πρόκειται για τους δήμους Γαρεάτες, Φυλακείς, Καρυάτες, Κορυθείς, Πωταχίδες, Οιάτες, Μανθρείς, Εχένηθεις και Αφειδάντες.


Η ερευνητική δραστηριότητα στην περιοχή της αρχαίας Τεγέας έχει μεγάλη διάρκεια που ξεπερνάει τα 130 χρόνια. Σε αυτό το μακρό διάστημα της ιστορίας της οι έρευνες και οι ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν από πολλούς και διαφορετικούς φορείς. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος τον ερευνών είχε κυρίως επικεντρωθεί στις εργασίες του ναού της Αθηνάς Αλέας. Η θέση του αρχαίου ναού ήταν γνωστή από το 1806, όταν ο Dodwell εντόπισε τα πολυάριθμα αρχιτεκτονικά του κατάλοιπα, τα οποία ήταν ορατά στην επιφάνεια του εδάφους. Παρ’όλα αυτά, οι ανασκαφές στη θέση δεν ξεκίνησαν πριν το 1879, όταν ο Milchhöfer ολοκλήρωσε μια σειρά διερευνητικών τομών, στις οποίες εντοπίστηκαν περίπου 300 τέχνεργα από terracotta καθώς και χάλκινα αντικείμενα. Αποτέλεσμα αυτών των εργασιών ήταν ο εντοπισμός της ακριβούς θέσης του ναού. Το 1882 ο Dörpfeld ανέλαβε τις εργασίες στην Τεγέα ξεκινώντας μια μελέτη του Κλασικού ναού. Στις αρχές του 20ου αιώνα η Γαλλική Σχολή της Αθήνας ανέλαβε τις ερευνητικές εργασίες στην Τεγέα υπό τη διεύθυνση του Gustav Mendel, ο οποίος από το 1900 ως το 1902 πραγματοποίησε μεγάλης κλίμακας συστηματικές ανασκαφές στη θέση. Κατά τη διάρκεια αυτών των ανασκαφικών εργασιών ήρθε στο φως η πλειονότητα των θεμελίων του ναού, αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, σπαράγματα αγαλμάτων και επιγραφών, καθώς και τμήματα από κεραμικά και χάλικινα αγγεία. Το 1908 η Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία πραγματοποίησε ανασκαφές στη θέση της αρχαίας Τεγέας υπό τη διεύθυνση του Κωνσταντίνου Ρωμαίου, που έσκαψε τη νοτιοδυτική γωνία του ναού και αποκάλυψε μέρος της θεμελίωσής του. Κατά το διάστημα 1910 έως 1913, με σκοπό την προετοιμασία και συγγραφή της τελικής αναφοράς του ναού και υπό τη διεύθυνση του Charles Dugas, οργανώθηκαν ανασκαφές από τη Γαλλική Σχολή Αθηνών. Οι εργασίες στην Τεγέα σταμάτησαν για σημαντικό χρονικό διάστημα, μέχρι την πραγματοποίηση συστηματικής έρευνας στο ναό της Αθηνάς Αλέας από την Αμερικάνικη Σχολή Κλασικών Σπουδών τη δεκαετία του 1960. Πιο πρόσφατα, κατά τις χρονιές 1976 και 1977, η Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία, υπό τη διεύθυνση του George Steinhauer, προχώρησε σε ανασκαφικές εργασίες στην περιοχή στα βόρεια του ναού της Αθηνάς Αλέας. Από τα κατώτερα στρώματα της ανασκαφής ήρθε στο φως ένας σημαντικός αριθμός Γεωμετρικών αντικειμένων. Τη δεκαετία του 1980 ο Νορβηγός Erik Østby ερεύνησε τη θεμελίωση του Κλασικού ναού της Αθηνάς Αλέας.


Από τις αρχές της ίδρυσής του το 1989 το Νορβηγικό Ινστιτούτο στην Αθήνα συνδέεται με τη μελέτη της αρχαίας Τεγέας. Παρ’όλα αυτά, μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990 η έρευνα που είχε πραγματοποιήσει περιοριζόταν στην περιοχή του ναού. Κατά το διάστημα 1990 ως 1994 το Νορβηγικό Ινστιτούτο στην Αθήνα πραγματοποίησε ανασκαφές, υπό τη διεύθυνση του Erik Østby, που επιβεβαίωσαν την αναγνώριση των θεμελίων του Πρώιμου Αρχαϊκού ναού μέσα στα θεμέλια του μεγαλύτερου ύστερου κλασικού ναού της Αθηνάς Αλέας. Η έμφαση που είχε δοθεί στη διερεύνηση του ναού είχε σαν αποτέλεσμα οι γνώσεις μας για το περιβάλλον τοπίο της θέσης να είναι περιορισμένες, καθώς μέχρι πρόσφατα δεν είχαν πραγματοποιηθεί σύγχρονες έρευνες στην πόλη της αρχαίας Τεγέας. Με σκοπό την κατανόηση της εξέλιξης του ιερού στον ευρύτερο περίγυρό του απαιτήθηκαν περισσότερες πληροφορίες τοπικής κλίμακας και οργανώθηκε αρχαιολογική επιφανειακή έρευνα, η οποία διήρκησε από το 1998 ως το 2001, υπό τη διεύθυνση του Knut Ødegard, και έφερε τον τίτλο ‘Η Νορβηγική επιφανειακή έρευνα στην Αρκαδία’. Το ερευνητικό αυτό πρόγραμμα είχε ως κύριο στόχο τη διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στον οικισμό της αρχαίας Τεγέας και στη διαχείριση πόρων από την Εποχή του Χαλκού μέχρι τη σύγχρονη περίοδο. Για τους σκοπούς του προγράμματος πραγματοποιήθηκε αρχαιολογική, γεωλογική και βοτανολογική έρευνα. Η πιο σημαντική συνεισφορά της επιφανειακής αυτής έρευνας υπήρξε η καταγραφή της έκτασης και της χρονολόγησης της αρχαίας πόλης της Τεγέας. Τα αποτελέσματα της επιφανειακής αυτής έρευνας αποτέλεσαν το βασικό υπόβαθρο για τη γεωφυσική διασκόπιση με μαγνητικές τεχνικές που πραγματοποιήθηκε στο κέντρο της αρχαίας πόλης της Τεγέας κατά το διάστημα 2004 ως 2006. Η μαγνητική διασκόπιση κατέγραψε σημαντικά κατάλοιπα του ιστού της αρχαίας πόλης, όπως την κάτοψη ενός συμμετρικού οδικού δίκτυου (οι δρόμοι του οποίου έχουν επιστρωθεί από κεραμικά οστράκα), μια μεγάλων διαστάσεων και ορθογώνιας κάτοψης αγορά, καθώς και πιθανά ίχνη οχυρωματικού περίβολου.


Το 2009 σχεδιάστηκε ένα πενταετές ερευνητικό πρόγραμμα σε συνεργασία της ΛΘ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, της 25ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, καθώς και του Πανεπιστημίου του Oslo και το Νορβηγικύ Ινστιτούτο στην Αθήνα, υπό τη διεύθυνση των Δρ. Άννα Βασιλική Καραπαναγιώτη, Δρ. Δημήτρη Αθανασσούλη και Dr. Knut Ødegård αντίστοιχα. Στόχος του προγράμματος ήταν η διερεύνηση του οικιστικού ιστού της αρχαίας πόλης, η αρχαιολογική διερεύνηση των αποτελεσμάτων των μαγνητικών διασκοπήσεων και η κατανόηση της χρονολογικής εξέλιξης της αρχαίας Τεγέας.


Η θέση της αρχαίας Τεγέας καταλαμβάνει μια έκταση περίπου 385 τετρ. χλμ. Το ιερό της Αθηνάς Αλέας είναι τοποθετημένο στη νότια έκταση της πεδιάδας Τεγέας/Μαντίνιεας σε ένα οροπέδιο περίπου 670 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Η πεδιάδα διασχίζεται από τον Αλφειό ποταμό, διαθέτει σημαντικές πηγές ύδρευσης και πλούσια εδάφη που ευνοούν την καλλιέργεια. Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα μαρτυρούν ότι η θέση παρουσιάζει μεγάλο διάστημα εγκατάστασης ή χρήσης, που καλύπτει την Γεωμετρική, την Αρχαϊκή, την Κλασική, την Ελληνιστική, τη Ρωμαϊκή και τη Βυζαντινή περίοδο. Η πιο γνωστή όμως περίοδος χρήσης της Τεγέας κατά την αρχαιότητα είναι η Κλασική.


Δεδομένου ότι οι έρευνες είχαν για καιρό εστιάσει στη μελέτη του ναού της Αθηνάς Αλέας η εσωτερική διάταξη της πόλης δεν είναι καλά γνωστή. Παρ’όλα αυτά γνωρίζουμε, τόσο από πηγές όσο και από τα εντοπισμένα αρχαιολογικά κατάλοιπα, ότι η πόλη της αρχαίας Τεγέας ήταν περιτειχισμένη, διέθετε ένα θέατρο, αρχαία αγορά, πιθανόν ένα στάδιο, ένα γυμνάσιο και ένα δημοσθήριο, καθώς και τον διάσημο ναό της Αθηνάς Αλέας. Η γαλλική ομάδα των Bérard και Fougères ανακάλυψε τα τέσσερα σημεία του τείχους της Τεγέας, τα οποία πρωτοαναφέρει ο Ξενοφώντας. Με βάση αυτά τα σημεία καθορίστηκε το σχήμα της κάτοψης του τείχους. Το σχήμα του τείχους ήταν ακανόνιστο ελλειψοειδές, με τον μακρύ άξονά του να φτάνει τα 2,000 μ. και τον βραχύ άξονα τα 1,400 μ. Σύμφωνα με τον Ξενοφώντα το τείχος περιελάμβανε δύο πύλες, οι οποίες, όμως, δεν έχουν εντοπιστεί αρχαιολογικά. Η κατασκευαστική τεχνική για το τείχος του 4ου αι. π.Χ. στην Τεγέα ήταν παρόμοια με αυτή του τείχους της Μαντίνειας και της Μεγαλόπολης. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν ότι το τείχος του 4ου αι. π.Χ. ήταν κατασκευασμένο από πήλινες πλίνθους, οι οποίες τοποθετήθηκαν πάνω σε λίθινα θεμέλια. Κατά τον 4ο αι. π.Χ. υπολογίζεται ότι το τείχος καταλάμβανε έκταση περίπου 190 εκταρίων. Κοντά στο σημείο Δ εντοπίζεται ο ναός της Αθηνάς Αλέας, ο οποίος σύμφωνα με τον Callmer βρισκόταν έξω από τα τείχη της πόλης. Η τοποθεσία του ναού σε σχέση με τα τείχη της πόλης έχει αποτελέσει πεδίο συζήτησης, καθώς ορισμένοι μελετητές υποστηρίζουν την ύπαρξη του ναού εντός των τειχών της αρχαίας πόλης, ενώ κάποιοι τοποθετούν το ναό εκτός των τειχών και σε ορατότητα με την πόλη της αρχαίας Τεγέας.


Για την Πελοπόννησο, ο ναός της Αλέας Αθηνάς συνιστά το δεύτερο σε μέγεθος ιερό μετά το ναό του Ολυμπίου Διός στην Ολυμπία. Η σπουδαιότητά του για τον αρχαίο κόσμο ήταν πολύ μεγάλη. Η ακριβής ημερομηνία ανέγερσης του αρχαιότερου ναού της Αθηνάς Αλέας δεν είναι βέβαιη, ενώ σύμφωνα με τον Παυσανία αυτός ο πρώτος ναός καταστράφηκε το 395 π.Χ. Ελάχιστα κατάλοιπα από την πρώτη μορφή του ναού έχουν διατηρηθεί. Στη θέση του κατασκευάστηκε ένας νεότερος από τον γνωστό Παριανό γλύπτη Σκόπα, ο οποίος υπήρξε ο αρχιτέκτονας του ναού αυτού. Ο Σκόπας συνδύασε τους τρεις ρυθμούς της αρχαιότητας, το Δωρικό, τον Κορινθιακό και τον Ιωνικό. Για την κατασκευή της ανωδομής του ναού χρησιμοποιήθηκε μάρμαρο από τα Δολιανά και για τη θεμελίωση εντόπιος αμυγδαλόλιθος. Αυτός ο ναός διατηρείται σε καλή κατάσταση, ενώ τα θεμέλιά του σώζονται in situ. Το 1879 ο Milchhöfer αποκάλυψε τα θεμέλια ενός βωμού, ο οποίος θεωρήθηκε ότι είναι σύγχρονος με το ναό του 4ου αι. π.Χ. Οι ανασκαφές έδειξαν ότι στη θέση του αρχαιότερου ναού προϋπήρχε σημαντικό μυκηναϊκό ιερό αφιερωμένο σε θυληκή θεότητα. Ο ναός στέγασε το ελαφάντινο άγαλμα της Αθηνάς Αλέας, το οποίο κλάπηκε από τον αυτοκράτορα Οκταβιανό μετά την κατάληψη της πόλης από τους Ρωμαίους το 31 μ.Χ. Η ύπαρξη του αγάλματος της Αθηνάς εντός του ιερού υποδεικνύει ότι ενδεχομένως ο ναός να λειτούργησε και ως θεραπευτήριο.


Οι έρευνες έχουν αποφέρει περιορισμένα αποτελέσματα για τη δημόσια αρχιτεκτονική της πόλης της αρχαίας Τεγέας. Υπάρχουν αναφορές σε δημόσιες οικίες, όμως, δεν είναι γνωστή η πυκνότητα κατοίκησης εντός των τειχών. Υποστηρίζεται ότι ο κλασσικός ναός σχετιζόταν με ένα μικρό οικισμό. Η αρχαία αγορά και το θέατρο της πόλης εντοπίστηκαν σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους, κοντά στο σύγχρονο χωριό Παλαιά Επισκοπή. Από τα ταξίδια του στην Τεγέα ο Παυσανίας μαρτυρεί την ύπαρξη της αρχαίας αγοράς και του θεάτρου, ενώ αναφέρει ότι η αγορά ήταν ορθογώνιας κάτοψης. Γράφει, επίσης, για μια σειρά άλλων μνημείων που βρίσκονταν στην αγορά, τα οποία, όμως, δεν έχουν ακόμα εντοπιστεί. Ο Jost προτείνει τη λατρεία της Πόλιας Αθηνάς στον ανοιχτό χώρο της αγοράς, μια υπόθεση που παραμένει αδιευκρίνιστη. Τα κατάλοιπα του θεάτρου, που χρονολογείται στον 4ο αι. π.Χ., εντοπίστηκαν ανατολικά της εκκλησίας του χωριού Παλιά Επισκοπή, ενώ ταυτίστηκαν ασφαλώς με το αρχαίο θέατρο από έναν αριθμό επιγραφών που εντοπίστηκαν στο μνημείο. Μέρος της κατασκευής του αρχαίου θεάτρου είχε χρησιμοποιηθεί για τη θεμελίωση της σύγχρονης εκκλησίας. Το στάδιο της αρχαίας Τεγέας συνιστά ένα ακόμα σημαντικό κομμάτι της κλασική πόλης, για το οποίο ενώ γνωρίζουμε την ύπαρξή του και παρά τις μακροχρόνιες έρευνες από διάφορους ερευνητές δεν έχει ακόμα εντοπιστεί. Το ερώτημα της τοποθεσίας του σταδίου της αρχαίας Τεγέας παραμένει ανοιχτό. Δεδομένης της αδυναμίας εντοπισμού κάποιων από τα καταγεγραμένα μνημεία, έχει προταθεί η τοποθεσία τους εκτός των τειχών της αρχαίας πόλης.


Αντίθετα, παρά την απουσία αναφοράς του από τα κείμενα του Παυσανία, οι αρχαιολογικές έρευνες έφεραν στο φως κατάλοιπα από το Γυμνάσιο της Τεγέας 300 μ. βόρεια της εκκλησίας της Παλαιάς Επισκοπής. Εκεί βρέθηκαν επιγραφές που παρουσιάζουν καταλόγους ονομάτων επισήμων του γυμνασίου αλλά και λίστες Εφήβων. Η ύπαρξη του Γυμνασίου σε αυτή την τοποθεσία ενισχύει την άποψη παρουσίας κάποιων κτηρίων εκτός των τειχών της πόλης. Τέλος, η ύπαρξη ακρόπολης στην αρχαία Τεγέα πιθανολογείται σε έναν από τους δύο λόφους στα βόρεια της πόλης: τον Άγιο Σώστη και τον Ομερτσαούση. Παρ’όλα αυτά, λόγω έλλειψης εκτεταμένων και συστηματικών ανασκαφών και στις δύο αυτές θέσεις, παραμένει αδιευκρίνιστη η τοποθεσία της ακρόπολης.


Βιβλιογραφία

  • Bérard, V. 1892. Tégée et la Tégéatide. Bulletin de Correspondance Hellénique 16, 529–49.
  • Callmer, C. 1943. Studien zur Geschichte Arkadiens bis zur Gründung des arkadischen Bundes. Lund: Gleerupska.
  • Dugas, C. 1921. Le Sanctuaire d’ Aléa Athéna à Tégée avant le IVe siècle. Bulletin de Correspondance Hellénique 45, 335–435.
  • Dugas, C. 1924. La sanctuaire d’ Aléa Athéna à Tégée au IVe siècle. Paris: Geuthner.
  • Jost, M. 1985. Sanctuaires et cultes d’ Arcadie. Études Péloponnésiennes 9.
  • Norman, N.J. 1984. The temple of Athena Alea at Tegea. American Journal of Archaeology, 169–94.
  • Norman, N.J. 1986. Asklepios and Hygieia and the cult statue at Tegea. American Journal of Archaeology, 425–30.
  • Ødegård, K. 2005. The topography from the Norwegian Arcadia survey: a preliminary report. In Østby, E. (ed.), Ancient Arcadia. Papers from the third international seminar on Ancient Arcadia, held at the Norwegian Institute at Athens, 7-10 Mai, 2002, 209–21. Athens: Papers from the Norwegian Institute at Athens 8.
  • Østby, E. 2007. Recent archaeological investigations at Tegea. Peloponnesiaka, 151–70.
  • Østby, E. 2006. Recent archaeological investigations at Tegea. Polis 2, 111–26.
  • Østby, E. 2005.Archaic temple architecture in Arcadia. In Østby, E. (ed.), Ancient Arcadia, 493–506. Athens: Norwegian Institute at Athens, vol. 8.
  • Østby, E. 1986. The Archaic temple of Athena Alea at Tegea. Athens Annals of Archaeology 17, 118–24.
  • Pekkanen, J. 1998. The temple of Athena Alea at Tegea. A reconstruction of the Peristyle column. Helsinki: Department of Art History at the University of Helsinki and the Foundation of the Finnish Institute at Athens.
  • Voyatzis, M.E. 1990. The early sanctuary of Athena Alea at Tegea and other Archaic sanctuaries in Arcadia. Göteborg: Studies in Mediterranean Archaeology and Literature-PB 97.
  • Winter, F.E. 1982. Tradition and innovation in Doric design. American Journal of Archaeology 86, 1.